μπουμπουκιάζω


μπουμπουκιάζω
[бубукьязо] р. распускаться, пускать почки,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μπουμπουκιάζω" в других словарях:

  • μπουμπουκιάζω — μπουμπουκιάζω, μπουμπούκιασα, μπουμπουκιασμένος βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μπουμπουκιάζω — [μπουμπούκι] 1. (για φυτό) βγάζω μπουμπούκια, αρχίζω να ανθοφορώ 2. μτφ. είμαι σε νεαρή ηλικία, είμαι σε άνθηση …   Dictionary of Greek

  • μπουμπουκιάζω — μπουμπούκιασα, μπουμπουκιασμένος, βγάζω μπουμπούκια: Μόλις μπήκε η άνοιξη, τα δέντρα μπουμπούκιασαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κομπιάζω — 1. (για δένδρα) βγάζω κόμπους, μπουμπούκια, μπουμπουκιάζω 2. προσκρούω σε ρόζο σανίδας («κόμπιασε το πριόνι») 3. (σχετικά με φαγητό) έχω δυσκολία στην κατάποση («δώσε μου λίγο νερό, γιατί κόμπιασα») 4. (ειρωνικά για τροφή που δεν αρέσει) στέκομαι …   Dictionary of Greek

  • μισανοίγω — και μισοανοίγω 1. ανοίγω λίγο ή ανοίγω διστακτικά (α. «μισάνοιξα το παράθυρο, για να μπει λίγο φως» β. «μισάνοιξα τα μάτια») 2. (για τα φυτά) βρίσκομαι στην αρχή τής βλάστησης, μόλις αρχίζω να βλαστάνω, να βγάζω φύλλα («μισάνοιξαν οι αμυγδαλιές») …   Dictionary of Greek

  • μπουμπούκιασμα — το [μπουμπουκιάζω] 1. το ξεπέταγμα τών μπουμπουκιών, η έναρξη τής ανθοφορίας 2. μτφ. η ηλικία τής ήβης, η νεότητα …   Dictionary of Greek

  • κομπιάζω — κόμπιασα, κομπιάστηκα, κομπιασμένος 1. βγάζω κόμπους, μπουμπουκιάζω: Άρχισε να κομπιάζει το κλήμα. 2. αισθάνομαι δυσκολία στην κατάποση, με πιάνει κόμπος: Φέρε μου λίγο νερό, γιατί κόμπιασα. 3. δυσκολεύομαι στην ομιλία. 4. διστάζω, δεν τολμώ να… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)